«Άνευ ουδενός, εις τον έναν και τον άλλον…» – ΗΧΩλόγιο

Θυμήθηκα τον Μακρυγιάννη, αγαπημένοι μου:«Τούτη την πατρίδα», έλεγε, «την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί,
και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι…».

Όχι ότι ο Μακρυγιάννης δεν είχε βάλει την κουτάλα του στο βάζο με το μέλι, αλλά έστω, παραδέχομαι το μέτρο και την ακρίβεια της κουβέντας του. Παρακολουθώ τις συζητήσεις στη βουλή. Ενημερώνομαι για τα πορίσματα των εξεταστικών επιτροπών. Ακούω ειδήσεις, στήνομαι μπροστά από τηλεοπτικά πάνελ και γίνομαι κοινωνός αψιμαχιών και πολιτικών διαξιφισμών. Ενημερώνομαι για τον βίο και την πολιτεία των πολιτικών, για τα έργα
και τις ημέρες τους. Συμπέρασμα; Λάθος, κ.Μακρυγιάννη! Τούτη την πατρίδα, δεν την
έχομεν όλοι μαζί! Τούτη την πατρίδα, την έχουν μερικοί και την έχουν ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου: κλωτσοσκούφι, παίγνιο, φέουδο, δοβλέτι, αποικία χρέους.

Μερικοί στη δημόσια σφαίρα ζουν από την κρίση και μερικοί άλλοι, η περίφημη πλειοψηφία, ο σοφός λαός, τύραννος και τυραννούμενος μαζί, βασανίζονται παραδειγματικά. Και κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους των δελτίων και των λοιπών ενημερωτικών εκπομπών, όλοι είναι ευχαριστημένοι: οι οικοδεσπότες, γιατί
έβγαλαν άξια τον μισθό τους, και οι προσκεκλημένοι, γιατί δικαιολόγησαν πράγματα που δεν δικαιολογούνται σε ένα ατελείωτο παιχνίδι αλληλοκατηγοριών, σε έναν πετροπόλεμο ευθυνών, ο οποίος διαχέεται από την κορυφή προς τα κάτω: «τον τάπωσα», «τους τα είπα», «τα έχωσα»; κ.λπ., μέχρι να φτάσουμε στα άκρως πολιτικά θέματα «της γραβάτας» και του «too good to be true».

Οι κουβέντες είναι αποσπασματικές και ατελείς. Ποτέ δεν θα φωτίσουν ολόκληρη  την πραγματικότητα παρά μόνον ένα μέρος της. Οι συνειδήσεις είναι πιο δύσκολες και πιο αδιαφανείς. Και τα βιώματα, τα δικά μας, αυτό που λέμε καθημερινότητα, είναι ό,τι γνωρίζουμε και ό,τι έχουμε μάθει να κάνουμε χρόνια τώρα. Και είναι, αγαπημένοι μου,
αυτό που θα πρέπει να αλλάξει. Και είναι το πιο δύσκολο. Να αλλάξει η δική μας στάση.
Μερικοί δεν αλλάζουν γιατί δεν θέλουν, άλλοι γιατί απλά δεν μπορούν. Στους τελευταίους δεν μπορείς να λες ότι «δεν φταίω εγώ που σου κόψανε τη σύνταξη». Ούτε μπορείς πια να λες στον επαίτη αυτό που με ελαφριά τη συνείδηση έλεγες κάποτε, «σα δε ντρέπεσαι να κάνεις ανέντιμη ζητιανιά, αφού είσαι εις θέση να εργαστείς», γιατί ο επαίτης μπορεί να σου πει ότι, απλά, δεν βρίσκει κάπου να εργαστεί.

Η απόσταση από το «ζητάω χρήμα και όχι συμβουλές» έως την έμμονη κατάσταση μιας ολόκληρης πολιτικής τάξης  που λάτρεψε το χρέος και που από δημόσιο, προκειμένου να αποτινάξει τις δικές της ευθύνες, το μετατρέπει σε ιδιωτικό, είναι μεγάλη και ξεπερνάει τη φαντασία ακόμα και του απατεώνα του 1920 Τσαρλς Πόντσι, ενός από τους πέντε μεγαλύτερους απατεώνες του κόσμου. Και η λογική «σας δανείζουμε υποχρεωτικά, για
να μας δώσετε πίσω αυτά που μας χρωστάτε, αλλά κρατάμε το προνόμιο να κάνετε ότι θέλουμε, και να αλλάζουμε τους όρους των συμφωνιών όποτε εμείς θέλουμε, και να σας
δίνουμε δανεικά όποτε και αν θέλουμε…», απέχει πολύ από αυτά που θεωρούνται παιχνίδι έντιμο και έμπρακτη αλληλεγγύη. Και αυτό, στο επίπεδο της πολιτικής, θα πρέπει να αλλάξει.

Στο επίπεδο της πολιτικής υπάρχουν οι παρατάξεις που δουλεύουν μεν για την αυτοσυντήρησή τους, η οποία όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν υπάρξει χειροπιαστή πραγμάτωση του κοινού καλού. Αλλά αυτήν τη στιγμή, για την πολιτική τάξη, δεν έχει σημασία το κοινό καλό. Έχει μεγαλύτερη σημασία η γάτα να πιάνει το ποντίκι. Και η πολιτική τάξη στην Ελλάδα θρέφει το ποντίκι, μολύνοντας την κοινωνία.

Θυμάμαι περίπου τις κουβέντες με τις οποίες ο Καμύ έκλεινε τον «Επαναστατημένο άνθρωπο»: «Το μυστικό της Ευρώπης είναι ότι πλέον δεν αγαπά τη ζωή!». Αλλά αυτή η παραδοχή είναι ζοφερή, όπως και ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν μπορεί, ούτε θέλει να σωθεί. Οι σωτήρες έχουν τελικά βγαλμένα τα μάτια τους και δεν βλέπουν. Σβήνουν τη χαρά από τα ταμπλό και ασκούνται σε απάνθρωπες τελετουργίες, με κόκκινες γραμμές και ημερομηνίες λήξεως. Όμως, είναι διαφορετικός ο πολιτικός χρόνος για τη Γαλλία,
τη Γερμανία, και διαφορετικός για την Ελλάδα.

Και που βρίσκεται τελικά η σωτηρία; Πού πάει το ζεστό δημοσιονομικό χρήμα; Για ποιον είναι; Η απάντηση δίνεται με τη φωνή του εθνικού ήρωα, ποιητή και Ηπειρώτη πρόσφυγα πολέμου, Κώστα Κρυστάλλη: «Όχι! Μοι απαντούν, όσοι καταδέχονται να με ακούσουν και να μοι ομιλώσι. Όχι! Δεν είναι δια σε τα χρήματα του Έθνους, είναι δια τα στόματα των ελεύθερων Ελλήνων, των υποστηρικτών των Βουλευτών, των Κομμάτων, των Καταστροφέων του Έθνους. Κι εγώ; Ο δυστυχής είμαι δούλος Έλλην, ξένος δηλαδή ενταύθα υπολογιζόμενος, και μόνος, άνευ ουδενός να με οδηγεί εις τον έναν και εις τον άλλον…» Αυτή είναι η κουβέντα: «Εις τας χείρας του τυχόντος», όπως είχε πει και ο άγιος των γραμμάτων Παπαδιαμάντης, χωρίς δικό μας σχέδιο διαφυγής, υπακούοντας εντολές που δεν οδηγούν πουθενά.

Βέβαια, ούτε ο Κρυστάλλης, ούτε ο Παπαδιαμάντης ζουν για να δουν ότι ο δούλος άντεξε όλες τις υπερβολικά άδικες πράξεις. Όπως έλεγε και ο Καμύ: «Ο δούλος έκανε υπομονή, απωθώντας μέσα του τις άσχημες  πράξεις… αλλά μια και σώπαινε, συνέχισε να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον για τα άμεσα συμφέροντά του, παρά για τη συνειδητοποίηση
του δικαιώματος της ελευθερίας του…».

Με αγάπη εύα

Save