«Αφήνουν την Άνοιξη για μετά…» – ΗΧΩλόγιο

Στο βιβλίο του Κρόνιν, «Άγουρα χρόνια», αγαπημένοι μου, ένας έφηβος, ο Ρόμπερτ Σάννον, μελετάει σκληρά για να περάσει στις εξετάσεις και την τελευταία στιγμή αρρωσταίνει από διφθερίτιδα και τις χάνει. Σκέφτομαι ότι, χάνοντας τις εξετάσεις ο ήρωας του Κρόνιν, κέρδισε κάτι άλλο πιο σημαντικό. Κέρδισε τη ζωή! Οπλισμένος με υπομονή, επιμονή και μαχητικότητα μπόρεσε να αντιταχθεί στις αντιξοότητες που του παρουσιάστηκαν και να αλλάξει την τροχιά της ζωής του που αρχικά φαινόταν ζοφερή και δυσοίωνη.
Στο βιβλίο του Μαρκ Τουαίην, «Τομ Σόγιερ», το αγαπημένο βιβλίο των παιδικών μου χρόνων, ο Τομ κάνει σκασιαρχείο. Σκέφτομαι πως, αν αυτός ο σκανταλιάρης μπερμπαντάκος δεν το έσκαγε από το σχολείο, δεν θα υπήρχε σαν λογοτεχνικός ήρωας.
Δεν θα πήγαινε τη νύχτα στο νεκροταφείο. Δεν θα περιπλανιόταν με σχεδία στον Μισισιπή. Δεν θα έκανε παρέα με τον Χάκλμπερι Φιν και τη γάτα του. Δεν θα ζούσε τόσες περιπέτειες θαυμαστές και εγώ, μαζί και άλλα παιδιά, δεν θα γνωρίζαμε τον αμερικάνικο νότο μέσα από τα δικά του μάτια.

Σας φαίνονται περίεργες οι σκέψεις μου; Σας βεβαιώνω, δεν φταίω εγώ, αγαπημένοι μου. Ο Μάης φταίει, που σεργιανάει στους δρόμους της πόλης, νεανικός, ερωτικός, παράφορος. Ο Μάης που φλερτάρει με τα γεράνια στο μπαλκόνι μου και τα κάνει να κοκκινίζουν. Ο Μάης, αυτός ο αλητάκος φταίει, που με γυρίζει χρόνια πίσω, τότε που το σκάγαμε με τις κολλητές μου από το σχολείο και πηγαίναμε να μυρίσουμε το αγιόκλημα και ν’ ακούσουμε τ’αηδόνια στο δασάκι, απέναντι από το ποτάμι.
«Αφήσαμε τις απουσίες για το τέλος», μου λέει η διπλανή, που ο γιος της ετοιμάζεται για τις πανελλαδικές. «Τι εννοείς;», τη ρωτάω. «Χρειαζόμασταν χρόνο», μου λέει, «έτσι αξιοποιήσαμε τις απουσίες που δικαιούμαστε για να διαβάσουμε…». Πώς σπαταλιέται έτσι άστοργα ο Μάης, αγαπημένοι μου; Τους τελευταίους μήνες της σχολικής χρονιάς, οι δύο τελευταίες τάξεις υπολειτουργούν. Οι μαθητές απουσιάζουν και οι καθηγητές… κάνουν μάθημα σε άδεια θρανία. Όχι, τα παιδιά δεν κάνουν κοπάνα. Δεν τους πλανούν οι ερωτικοί ψίθυροι της Άνοιξης. Δεν το σκάνε για ένα ραντεβού μαζί της. «Αξιοποιούν τις απουσίες που δικαιούνται». Σπαταλούν τον Μάη στα φροντιστήρια. Αφήνουν την Άνοιξη για μετά. Τι είναι μια χαμένη Άνοιξη, μπροστά στην εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, μπροστά στην εισαγωγή σε μια «καλή σχολή»; Βουλιάζουν με αγωνία στις σελίδες άθλιων προχειρογραμμένων σχολικών εγχειριδίων, που στο τέλος τα καίνε τελετουργικά, καίγοντας μαζί και τις γέφυ ρες με τα σχολικά χρόνια. Αποστηθίζουν τις αρλούμπες που επιβάλλει ένα διαρκώς καταρρέον και πρόχειρο σχολικό σύστημα, που συνθλίβει παιδιά και εφήβους. Συνθλίβει ορμές, ταλέντα, ευαισθησία, ζωτικότητα, σε μια πρωτόγονη κρεατομηχανή, που όλα τα αλέθει, όλα τα ομογενοποιεί, όλα τα ευνουχίζει.
Είναι παράλογο, εξωφρενικό και απάνθρωπο συνάμα, αγαπημένοι μου. Για να περάσεις στα ΑΕΙ πρέπει να παπαγαλίσεις πέντε-έξι μαθήματα «κατεύθυνσης» και άλλα τόσα «επιλογής». Το εξεταστικό σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ, αλλά και ο τρόπος που είναι οργανωμένα τα σχολεία όλων των βαθμίδων, τα αναλυτικά προγράμματα και οι μέθοδοι διδασκαλίας, καθρεφτίζουν την ημιμάθεια, την κακοδαιμονία, την αδράνεια και την εθελοτυφλία του Ελληνικού κράτους.
Καθρεφτίζουν όμως και κάτι άλλο. Τη δική μας υποταγή σε ένα κράτος κακόβουλο και καθυστερημένο, που αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν μελλοντικούς δημόσιους υπαλλήλους, καταδικασμένα να περιφέρονται με δέκα πτυχία και άλλα τόσα μεταπτυχιακά από το ένα γραφείο του τάδε υπουργίσκου στο άλλο του δείνα κομματάρχη ζητιανεύοντας διορισμό ή να παίρνουν των ομματιών τους αναζητώντας αλλού ξένους παραδείσους.
Με κατακλύζει ο Μάης, αγαπημένοι μου. Τη γειτόνισσα, που ο γιος της ετοιμάζεται για τις πανελλαδικές, την κατακλύζει η αγωνία. «Ο καιρός που τόσο φοβόμασταν ήρθε. Είμαστε στην τελική ευθεία για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Είμαστε όλοι στο πόδι … Εγώ δηλαδή, γιατί ο πατέρας του είναι λίγο πιο ψύχραιμος. Τι δοκιμασία είναι, Θεέ μου, αυτή που περνάμε; Διαβάζει; Δεν διαβάζει; Μήπως τον πιέζω πολύ; Μήπως τον πιέζω λίγο; Να βγαίνει έξω ή να μη βγαίνει; Τι λένε οι ψυχολόγοι; Τι λένε οι φίλοι που πέρασαν τα ίδια; Το διαδίκτυο; Μήπως τον κακομαθαίνω προσπαθώντας να φτιάξω ιδανικές συνθήκες για διάβασμα; Τηγανίτες, γλυκές κρέπες, κανελόνια και ξανά κανελόνια. Φρέσκους χυμούς.
Άνετα μαξιλάρια. Απόλυτη ησυχία στο σπίτι, δεν ακούγεται κιχ! Η υπόλοιπη οικογένεια εξασκείται στην παντομίμα. Μήπως αυτό αποβεί σε βάρος του άλλου μου παιδιού; Γιατί, είναι η αλήθεια, το έχω παραμελήσει; Όμως είμαστε έτοιμοι, κ. Εύα μου. Νομίζω δηλαδή. Τη βγάλαμε την ύλη. Εγώ του κρατώ το βιβλίο και μου τα λέει όλα νερό, νεράκι.»
Με κατακλύζει ο Μάης, αγαπημένοι μου. Θέλω να κλείσω τα αυτιά μου και να της φωνάξω. Σταμάτα τις υστερίες παιδάκι μου! Άκου αυτό που σου λέει το ένστικτό σου. Το πιο σπουδαίο που έχεις να κάνεις είναι να αγαπάς το παιδί σου και να είσαι δίπλα του. Χαλάρωσε! Ακούω την ανάσα του παιδιού στο διπλανό διαμέρισμα και όλων των παιδιών που παλεύουν αυτές τις μέρες με τις… «κατευθύνσεις» και τις «επιλογές». Αναπνέω την αγωνία τους. Κι αυτονών τα κύτταρα, το ξέρω, νιώθουν το Μάη και φωτοτροπίζουν. Στρέφουν τους ύπερους στο φως, που τρυπώνει ξεδιάντροπα από το τζάμι, αλλά τραβάνε τις κουρτίνες. Έχουν όλο τον καιρό μπροστά τους. Αφήνουν την Άνοιξη για… μετά.
Mε αγάπη Εύα