«Λεπτεπίλεπτες Ισορροπίες…» – ΗΧΩλόγιο

Ψηλάφιζα με προσοχή, αγαπημένοι μου, μετά την προχθεσινή μπόρα, τα φύλλα του αμπέλωπα που σκεπάζει τον μισό σχεδόν τοίχο του μπαλκονιού μου. Κάτι στην όψη τους δεν μου άρεσε. Ο κορμός του επίσης σε διάφορα σημεία ήταν καλυμμένος με ένα ασπριδερό πράγμα σαν βαμβάκι. Πήρα λοιπόν φύλλα και δείγμα από την ασπριδερή ουσία και πήγα στον ειδικό. “Stagonospora nodorum”, αποφάνθηκε και στο ανασήκωμα των ώμων μου, δείγμα ότι δεν καταλάβαινα γρι, απάντησε: « Μύκητας, βαμβακίαση. Ο αμπέλωπας κινδυνεύει. Πρέπει να επέμβουμε γρήγορα και δυναμικά. Πάρε αυτό.» Μου δίνει ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι με ένα υγρό απροσδιορίστου χρώματος. «Μια δυο σταγονίτσες σε ένα λίτρο νερό και ψέκασμα στα σημεία που ασθενούν.» «Μια δυο σταγονίτσες, δεν είναι μικρή η ποσότητα;», τολμώ να πω. «Μικρή ναι, αλλά ικανή να σκοτώσει και δέκα ταύρους!», μου λέει και χτυπάει βιαστικά την τιμή στην ταμειακή του κοιτώντας πάνω από τον ώμο μου. Πίσω μου είχε σχηματιστεί ουρά. «Βλέπεις, δεν είναι μόνο ο δικός σου αμπέλωπας που έχει πρόβλημα.»

Το πήρα και έφυγα βιαστικά. Η επιχείρηση “διάσωση του αμπέλωπα” μπήκε σε εφαρμογή. Δυο τρεις σταγονίτσες δηλητήριο, ένα λίτρο νερό στο ψεκαστηράκι και Stagonospora nodorum σου ́ρχομαι. Και εκεί, αγαπημένοι μου, που ετοιμάστηκα να τον περιλούσω για να εξολοθρεύσω τον εχθρό, το μάτι μου έπεσε σε μια αράχνη που σκαρφάλωνε αργά-αργά πάνω στη γλάστρα. Άφησακάτω το όπλο μου και βάλθηκα να την παρατηρώ. Με ρυθμό κουνούσε τα μικροσκοπικά ποδαράκια της. Λεπτοκαμωμένη, ευαίσθητη, προχωρούσε με
χάρη και σιγουριά. Σε λίγο, η μικρή δρομέας κατάφερε να φτάσει στο χείλος της γλάστρας κι άρχισε να κάνει επινίκιους γύρους. Μέτρησα τρεις και κάθε φορά που τελείωνε χειροκροτούσα τη μεγάλη της προσπάθεια και την ενθάρρυνα να ξεκινήσει τον επόμενο.

Να ήξερε άραγε ότι την παρατηρούσα; Ήξερε ότι έκανε συνέχεια την ίδια διαδρομή; Αλλά
μήπως κι εμείς οι άνθρωποι, αγαπημένοι μου, καταλαβαίνουμε ότι κάνουμε συνεχώς γύρους στα ίδια μονοπάτια; Πολλές φορές και γύρω από τον εαυτό μας; Πόσο τεράστια πρέπει να φαίνεται στην αράχνη η γλάστρα του αμπέλωπα! Ένας ολόκληρος κόσμος, κι εκείνη αναζητά το σωστό μέρος για να νιώσει ασφαλής, για να φτιάξει το σπίτι της… Τη βλέπω να σταματά σε μια σταγόνα βροχής που μόλις έχει πέσει από κάποιο φύλλο. Κοκάλωσε μπροστά στο νερό! Μάλλον προσπαθεί να καταλάβει αν πρόκειται για απειλή ή ευλογία.

Την πλησιάζω αρκετά. Αδιαφορεί για την παρουσία μου. Εμένα, την πραγματική απειλή που θα μπορούσε να τη συνθλίψει με ένα μόνο δάχτυλο, παραδόξως δε με θεωρεί απειλή.
Έχω την εντύπωση πως είναι διψασμένη γιατί ρουφάει τη σταγόνα και αισθάνομαι προς στιγμήν σαν μάρτυρας ενός θαύματος της φύσης. Ζηλεύω την αυτοπεποίθησή της αλλά και την άγνοιά της μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο. Μοιάζει να κρατά γερά τη ζωή στα χέρια της. Η καλοκαιρινή μπόρα που προηγήθηκε πρέπει να της χάλασε το σπιτικό, για να
αναγκαστεί να βγει έτσι θαρρετά στο φως. Όλες οι αράχνες της γης κοπιάζουν να μάθουν να περπατούν πάνω στα λεπτά τους ποδαράκια, να μάθουν να φτιάχνουν πανέμορφους αλλά εύθραυστους ιστούς και, σε μια σισύφεια διαδρομή, όταν ένας ιστός διαλύεται, ξαναστήνουν έναν καινούργιο.

Εμείς πάλι, οι άνθρωποι, αγαπημένοι μου, προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια είναι η θέση μας σ’έναν τεράστιο, ακατανόητο κοσμικό ιστό. Αξιολογούμε τις πληροφορίες που πέφτουν βροχηδόν, καταγράφουμε ενδεχόμενες απειλές ή ενδιαφέρουσες προοπτικές. Έχω όμως μια μικρή, ενοχλητική σκέψη πως η μεγαλύτερη εικόνα μάς ξεφεύγει. Σαν την αράχνη, τριγυρίζουμε παγιδευμένοι σε ιστούς που οι ίδιοι υφαίνουμε. «Υπάρχει ένας ιστός
αράχνης στην αφή μου», γράφει ο Μπόρχες βλέποντας από πιο μακριά τη ζωή των ανθρώπων, «δεν είναι παρά μια υποδεέστερη πλευρά του ιστού που αποκαλούμε παγκόσμια ιστορία ή κοσμική εξέλιξη.»

Είναι μέρος του ιστού που περιβάλλει άστρα, αγωνίες, αποδημίες, ταξίδια, φεγγάρια, πυγολαμπίδες, αγρύπνιες… Επίσης μέρος του ιστού είναι αυτή η σελίδα που δεν φτάνει να γίνει ποίημα και το όνειρο που είδες τα ξημερώματα και που ξέχασες. Τελειώνει κάπου αυτός ο ιστός; Αν ναι, «το τέρμα του δεν μπορεί να φορά την ηθική των ανθρώπων». «Αυτή η μικρή ποσότητα είναι ικανή να σκοτώσει και δέκα ταύρους…» Οι στίχοι του Μπόρχες, η Stagonospora nodorum και τα λόγια του ειδικού, πλέκονται σαν ιστοί στο μυαλό μου. Αφήνω κάτω το ψεκαστηράκι – όπλο, που μου εγγυάται τη σωτηρία του αμπέλωπα, αλλά ταυτόχρονα υπογράφει τη θανατική καταδίκη του ανύποπτου εντόμου.

Δεν μπορεί, θα υπάρχει κάτι άλλο για να θεραπεύσει το άρρωστο φυτό μου. Κάτι που δε θα απαιτεί εκατόμβες θυμάτων, έστω και αν πρόκειται για αράχνες και άλλα έντομα που φιλοξενούνται στο πυκνό φύλλωμα του αναρριχητικού μου. Αγέρωχη τώρα, αγαπημένοι μου, η μικρή αράχνη προχωρά προς τον κορμό, διασχίζει την καστανή έρημο της γλάστρας, με σκοπό να υφάνει τον μαγικό ιστό της στα χλωροπράσινα φύλλα του αμπέλωπα… Ελπίζω και εύχομαι να τα καταφέρει…

Με αγάπη, Εύα