Η «θέση» του κ. Λιάνη παραμένει κενή…

KAKAVAS

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του καρδιολόγου Νικήτα Κακαβά στην Αυγή Κύρκου για την εφημερίδα ΗΧΩ σχετικά με το νέο του βιβλίο «Συντηρητές μνήμης- ιστορίες από την ιστορία μιας πολίχνης»

ΗΧΩ: Έχω πληροφορηθεί, κ. Κακαβά, ότι εδώ και καιρό ασχολείστε με την επιμέλεια και τη συγγραφή ενός βιβλίου που αφορά το γενέθλιο τόπο σας το Αμύνταιο. Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα να έχει ήδη εκδοθεί, αλλά δεν το βλέπω. Γιατί αυτή η αργοπορία και, εν πάσει περιπτώσει, σε ποια φάση βρίσκεστε αυτή τη στιγμή.
Είναι μεγάλη η χαρά μου να σας ανακοινώσω πως μετά από προετοιμασία μηνών
είναι σχεδόν έτοιμο προς έκδοση το βιβλίο μνήμης για τον γενέθλιο τόπο, το Αμύνταιο.
Του έχετε δώσει τίτλο;
Ναι, βέβαια: «Συντηρητές μνήμης- ιστορίες από την ιστορία μιας πολίχνης». Ευελπιστούμε μάλιστα να γίνει η πρώτη παρουσίαση τον επόμενο μήνα στο Αμύνταιο.
ΗΧΩ: Θέλετε να μας πείτε περισσότερα για το βιβλίο; Τι ακριβώς διαπραγματεύεται;
Το βιβλίο είναι ένας συλλογικός τόμος, στον οποίο γράφουν διάφοροι Αμυνταιώτες – και όχι μόνο. Πρόκειται για μια σειρά από κείμενα βιωματικής νοσταλγίας για το γενέθλιο τόπο. Αφηγήσεις που ξεδιπλώνει η προσωπική μνήμη και σχέση με τη γενέτειρα, τον τόπο της νηπιακής μεταβολής, των παιδικών χρόνων, της εφηβείας και της πρώτης νεότητας. Λέξεις που αγγίζουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο τη συλλογική νοσταλγία και δονούν το συλλογικό συναίσθημα. Τα κείμενα είναι, είτε ρεαλιστική καταγραφή του κοινωνικού βίου της κωμόπολης, είτε μυθοπλαστικά, είτε αναφέρονται σε ιστορίες που άκουσε ο συγγραφέας και θέλει να τις διασώσει στον χρόνο. Συχνά μέσα από το προσωπικό βίωμα και την ιδιωτική ανάμνηση του κάθε συγγραφέα αναδεικνύεται και η περιρρέουσα ιστορία του τόπου, με έναν πιο καθαρό, αποκαλυπτικό, άρα και εντελώς αληθινό τρόπο.
Τέλος τα κείμενα πλαισιώνουν σπάνιες φωτογραφίες από το παλιό Αμύνταιο, οι περισσότερες από το αρχείο του αεικίνητου Στέλιου Γαβριηλίδη, αλλά και από το αρχείο άλλων Αμυνταιωτών.
ΗΧΩ:  Αν κατάλαβα καλά, το βιβλίο δεν περιέχει μόνο δικά σας κείμενα.
Καλά καταλάβατε….
ΗΧΩ: Ενδιαφέρον ακούγεται. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα; Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε και  πως στήθηκε το βιβλίο;
Αρχική έμπνευση και «πυρήνας» του βιβλίου αποτέλεσαν κείμενα δικά μου, του Άγγελου Ρακόπουλου, γνωστού γιατρού του Αμυνταίου, και του αρχιτέκτονα Γιάννη Ελευθεριάδη.  Ωστόσο, στην πορεία αποφάσισα πως έπρεπε να γράψουν και άλλοι, να κάνουμε μαζί αυτήν την περιήγηση στα τοπία της μνήμης. Το ταξίδι, το κάθε ταξίδι, είναι πιο όμορφο όταν δεν είσαι μονάχος. Ανάγκη, λοιπόν, να στρατολογήσω τους συνταξιδιώτες μου. Και απευθύνθηκα σε πολλούς: φίλους, γνωστούς, άγνωστους, δεκαοχτάχρονους, μεσήλικες και κάποιους στα πρώτα και δεύτερα -ήντα, ανθρώπους που έμεναν δίπλα μου, συμπατριώτες που βρίσκονταν στην άλλη άκρη της γης… Χρησιμοποίησα κάθε τρόπο για να τους προσεγγίσω: τηλεφωνήματα, επιστολές, e-mail, επισκέψεις κατ’ οίκον ακάλεστος… Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, όλοι ανεξαιρέτως έδειξαν ενθουσιασμένοι και έδωσαν υπόσχεση συμμετοχής. Τελικά έμελε να συνεχίσουμε το ταξίδι μόνο είκοσι: από τον αειθαλή έφηβο των 86 χρόνων Παναγιώτη Βακαλόπουλο μέχρι τους νεολαίους, τον Κυριάκο K. Ελευθεριάδη, τον Βαγγέλη Νάστο, την Νικολέτα Φιλίππου και την Ανθή Κανιούρα.
ΗΧΩ: Για να είμαι ειλικρινής, το Αμύνταιο θεωρείται από τους περισσότερους μια μικρή, άσημη πόλη. Τώρα δε και με τις αλλαγές που επιβάλλει η πολιτική της κυβέρνησης και την κατάργηση σημαντικών υπηρεσιών που εξυπηρετούσαν τον Αμυνταιώτη, τα πράγματα για την πόλη σας κάθε άλλο παρά ευοίωνα είναι. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι αυτή η μικρή άσημη πόλη, κουβαλάει ένα τεράστιο ιστορικό και πολιτισμικό φορτίο που κατά τη γνώμη μου, δεν έχει αναδειχτεί όσο πρέπει. Πιστεύετε ότι το βιβλίο σας θα συμβάλλει προς αυτήν την κατεύθυνση;      
Κοιτάξτε, ο δικός μου γενέθλιος τόπος, το Αμύνταιο, μου έλαχε να είναι, όπως είπατε, μια μικρή, άσημη και ασυνάρτητη επαρχία στα βορειοδυτικά, «βόρεια και εξίσου δυτικά», που έλεγε ο όμορος Μίμης Σουλιώτης, για να «σε κατοχυρώνει σ’ όλες τις κρίσιμες περιστάσεις». Κωμόπολη που δεν ξεπέρασε ποτέ τους 3.000-4.000 κατοίκους – άντε να έφτασε κάποτε τους 5.000, αν προσμετρήσουμε και τους προσωρινούς φαντάρους. Ασήμαντος οικισμός και τούρκικο τσιφλίκι τον 19ο αιώνα, μεταμορφώθηκε με την έλευση του σιδηροδρόμου στις αρχές του 20ου αιώνα σε μια ευημερούσα και όλο ζωή κωμόπολη, εμπορικό κέντρο και συγκοινωνιακό κόμβο της περιοχής. Διατρέχοντας όλον τον 20ο αιώνα, το Αμύνταιο έζησε εκ του σύνεγγυς και στο πετσί του όλα τα δραματικά γεγονότα, καθώς και τις συνέπειές τους: τους βαλκανικούς πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία το 1922, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, τον παραλογισμό του Εμφυλίου, τις σκληρές μετεμφυλιακές μέρες με την αστυνομοκρατία και το παρακράτος, τη μετανάστευση… Και τώρα, στις αρχές του 21ου αιώνα, η μικρή πολίχνη προσπαθεί αμήχανη και με αγωνία να βρει βηματισμό για να ξεφύγει από το ζοφερό μέλλον που της έχουν προγράψει οι κυβερνήσεις που υπηρετούν τον «ορθολογισμό» του Μνημονίου. Το Αμύνταιο, που άντεξε την πείνα και τα δεινά δυο Παγκοσμίων πολέμων και ενός Εμφυλίου, κινδυνεύει από συρρίκνωση, καθώς τώρα στη «Νέα Τάξη» που εκπονούν οι «βραχμάνοι» της κεντρικής εξουσίας δεν έχουν θέση συναισθηματισμοί. Υπηρεσίες ξηλώνονται, οι νέοι μεταναστεύουν για μια ακόμη φορά, το άλλοτε ακμάζον εμπόριο φυλλοροεί και επικρατεί στον αέρα η ύποπτη νηνεμία των καιρών. Οι βέβηλοι τόλμησαν να σταματήσουν ακόμα και το τρένο από μια ανέκαθεν «τρενούπολη», άλλο που δεν τα κατάφεραν…
ΗΧΩ:  Δώσατε στο Αμύνταιο το χαρακτηρισμό «πολίχνη», έχετε μάλιστα συμπεριλάβει τη λέξη και στο τίτλο του βιβλίου. Για ποιο λόγο αυτή η… εμμονή κ. Κακαβά;
Έχετε δίκιο εν μέρει να ρωτάτε. Μου το είπαν και άλλοι, «γιατί «κωμόπολη», «πολίχνη» ή «πόλη» για τους πιο αυθαίρετους, αφού είναι χωριό;». Δεν είναι από κομπορρημοσύνη, ούτε από κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας ή από ψευδαίσθηση μεγαλοπρέπειας. Είναι που στα δικά μας μάτια ο γενέθλιος τόπος, ο κοινός τόπος, ήταν και συνεχίζει να παραμένει μια πολιτεία του βορρά. Ο ορίζοντας του Αμυνταίου γεννήθηκε και παραμένει ευρύς, δεν εξαντλείται στα όρια της επικράτειάς του. «Εμείς είχαμε πάντοτε τραίνο», που λέει και ο Γιάννης ο Ελευθεριάδης, γι’ αυτό υπήρξαμε εξαρχής κομμάτι «φευγάτοι» και δικαιωματικά «καυχησιάρηδες», για να μνημονεύσω ξανά τον ΕΛΕ.
ΗΧΩ:  Είναι προφανής ο ενθουσιασμός σας. Είναι σημαντικό που αναλάβατε την επιμέλεια αυτού του βιβλίου. Ωστόσο  αυτό συνεπάγεται και δυσκολίες και προβλήματα…
Ασφαλώς, δεν το αρνούμαι! Από όλα όμως τα προβλήματα που προέκυψαν, θα σταθώ μόνο σε ένα, που με ενόχλησε: Αναφέρομαι στη συμπεριφορά του Γιώργου Λιάνη.
ΗΧΩ: Τί σχέση έχει ο κ. Λιάνης με το βιβλίο σας και γιατί αισθάνεστε ενοχλημένος; Να υποθέσω ότι  το βιβλίο σας θα περιελάμβανε και κείμενα του κ. Λιάνη;
Καλά υποθέσατε και θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί αισθάνομαι ενοχλημένος.
Επικοινώνησα εξαρχής με τον γνωστό συμπατριώτη μας, τον Γιώργο Λιάνη (ο ίδιος, τουλάχιστον μέχρι πρότινος,  «επαίρονταν» με κάθε ευκαιρία ότι είχε «ακριτική καταγωγή από το Αμύνταιο». Δηλαδή από τα σύνορα που είναι «τιμή και όχι ποινή», που έλεγε και το τσιτάτο της Μελίνας) και του ζήτησα να γράψει και αυτός κάτι για το δικό του Αμύνταιο. Να ξεκαθαρίσω κάτι: στα δικά μου μέτρα και σταθμά ο Γιώργος Λιάνης δεν μετράει επειδή υπήρξε επιτυχημένος δημοσιογράφος, αναγνωρίσιμη τηλεπερσόνα ή πρώην υπουργός. Στο πρόσωπο του Γιώργου Λιάνη έβλεπα πάντοτε έναν ευαίσθητο και καλό συγγραφέα. Αναγνώριζα πως κι αυτός είχε τη δική μας «πετριά», το σαράκι της γραφής. Γι’ αυτόν το λόγο του ζήτησα τη συμμετοχή του σ’ αυτόν τον συλλογικό τόμο.
ΗΧΩ: Δέχτηκε;
Δέχτηκε. Στην πρώτη μας επαφή μάλιστα, ο κ. Λιάνης έδειξε ενθουσιασμένος με την ιδέα του βιβλίου και υποσχέθηκε να γράψει ένα κείμενο, αλλά και να «κάνει δώρο στο βιβλίο» (η έκφραση είναι δική του) δυο επιστολές που έγραψε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης το 1936 στο Αμύνταιο και τις έστειλε στον επιστήθιο φίλο του Κατσίμπαλη. Του εξήγησα το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα της έκδοσης και έμεινα με την εντύπωση πως ο πρώην βουλευτής θα γράψει κάτι. Αλλά φευ! Παρά τις επίμονες οχλήσεις μου, ο κ.Λιάνης σε όλες τις επαφές μας υπήρξε ευγενής και υποσχετικός – δεν ανταποκρίθηκε τελικά. Του τηλεφώνησα επαλειμμένες φορές στο προσωπικό του τηλέφωνο και συνομιλήσαμε, του έστειλα e-mail, επικοινώνησα με την υπεύθυνη στο γραφείο του στην Αθήνα την κ. Δικονιμάκη, ζήτησα από όλους τους φίλους του σε Αμύνταιο και Φλώρινα να του το υπενθυμίζουν, επισκέφθηκα το γραφείο του στην Αθήνα, μεσολάβησε μέχρι και ο σπουδαίος καρδιολόγος – ο θεράπων ιατρός του Ανδρέα Παπανδρέου – και κουμπάρος του, ο Θύμιος Λιβάνης από το Ωνάσειο, αλλά εν τέλει ουδέν αποτέλεσμα.
ΗΧΩ: Εννοείται ότι απέφευγε να σας στείλει κείμενο; Για ποιο λόγο;
Μακάρι να ήξερα. Παρ’ ότι ο Λιάνης μας διαβεβαίωνε ΟΛΟΥΣ ότι «κάτι γράφει και το τα-χυδρομεί… από Δευτέρα», το γραπτό του δεν έφτασε ποτέ στα χέρια μου. Ο συνήθως λα-λίστατος και πολυγραφότατος, τέως Υπουργός, δεν «μπόρεσε» να συντάξει ούτε καν δυο-τρεις αράδες για το γενέθλιο τόπο του. Και σκεφτείτε, πως δεν είναι κανένας που «δυσκολεύεται» στο λόγο: Λίγους μήνες πριν προλόγισε ανάλογο βιβλίο για τη Φλώρινα του καλού δημοσιογράφου Περιβολάρη ή λόγου χάρη, κάθε Σάββατο, σε εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης, σκαρώνει στο λεπτό «εγκώμια» για καλλιτέχνες ή καλλιτεχνικές ομάδες άλλων περιοχών της Ελλάδας.
ΗΧΩ: Πως εξηγείται τη στάση του; Έχετε κάποια ερμηνεία;
Δεν μπορώ ακόμα να ερμηνεύσω την αμφίσημη στάση του. Αντιλαμβάνομαι πως για τον πολυάσχολο Λιάνη το βιβλίο αυτό ενδεχομένως είναι ήσσονος σημασίας. Κάποιοι, βλέπετε,  αισθάνονται το γενέθλιο τόπο ενίοτε και ως βαρίδι. Ίσως να ισχύει αυτό που πικρόχολα μου είπε ένας φίλος του: «Με τη λήξη της πολιτικής του καριέρας, έληξε και το ενδιαφέρον του για τη γενέτειρά του». Πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν μπορώ να δεχτώ τις γελοιώδεις «δικαιολογίες» κάποιων «φίλων» του εδώ στη Φλώρινα, όταν τους εξέφρασα το παράπονό μου. Δηλαδή, ότι «δεν το κάνει από κακία ή από αδιαφορία. Απλά γέρασε, ξεχνάει. Άσε που έχει και καταρράκτη…». Αυτές οι «εξηγήσεις» φυσικά δεν ισχύουν και επιπλέον είναι προσβλητικές για τον άνδρα. Ο κ. Λιάνης δείχνει ευσταλής και υγιέστατος, τουλάχιστο στις εκπομπές του Σπύρου Παπαδόπουλου που τον βλέπω τελευταία. Και σίγουρα στο γυαλί δείχνει πολύ νεώτερος από τις επτά δεκαετίες που τον βαραίνουν. Εξάλλου, δεν συνηγορεί στο ότι παραμένει ακμαίος, το ότι επιθυμεί ακόμη να προΐσταται του Πολιτιστικού Οργανισμού Πρεσπείων, θέση με τόσες απαιτήσεις;
ΗΧΩ:  Τότε, τι κατά τη γνώμη σας συμβαίνει; Γιατί τα λέτε όλα αυτά, και κυρίως, γιατί τα λέτε τώρα; Εννοώ αφού προηγήθηκε η συνέντευξη τύπου του κ. Λιάνη για τα «Πρέσπει-α». Κάποιοι θα σκεφτούν ότι ενδεχομένως έχετε «δεύτερες σκέψεις» στο μυαλό σας.
Καταρχήν η Φλώρινα είναι μικρός τόπος και όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Οπότε πονηρίες και κακοήθειες δεν με αφορούν και δεν μ’ αγγίζουν. Εξηγούμαι εξαρχής: δεν ασχολούμαι και δεν με ενδιαφέρει η πολιτική. Έχω επάγγελμα και αν χρειαστώ βοήθεια – Δόξα τω Θεώ!- έχω αρκετούς καλούς φίλους και συγγενείς να τη ζητήσω. Απλά με «διέγειρε» η πρόσφατη συνέντευξη του κ. Λιάνη σχετικά με το πρόγραμμα των Πρεσπείων 2013. Άκουσα πολλά και ενίοτε «στομφώδη» για τον πολιτισμό και την πολιτισμική ανάπτυξη της περιοχής σ’ αυτήν τη συνέντευξη Τύπου και μου… ήρθε το αίμα στο κεφάλι από τον φαρισαϊσμό. Καλά τα Πρέσπεια, αλλά πολιτισμός είναι, μεταξύ άλλων, να στηρίζουμε και την τοπική, την «πρωτογενή» πολιτιστική δημιουργία. Αν ο κ. Λιάνης κόπτεται τόσο πολύ για τον πολιτισμό στη Φλώρινα, ιδού η ευκαιρία! Όφειλε να στηρίξει αυτό το βιβλίο για τη γενέτειρά του με ένα κείμενό του. Τόσο δύσκολο του ήταν; Του δώσαμε άπλετο χρόνο. Τρεις σχεδόν μήνες τον περιμέναμε, δεν μπόρεσε να γράψει δυο-τρεις παραγράφους σε ενενήντα ημέρες; Δεν του ζητήσαμε «να τετραγωνίσει τον κύκλο», ούτε οικονομική βοήθεια, αν και τη δικαιούμαστε. Έτσι;
ΗΧΩ: Ποιος χρηματοδοτεί την έκδοση;
Ο συλλογικός τόμος είναι αυτοέκδοση. Όλη η δουλειά και τα έξοδα επιβαρύνουν εμάς – ίσως να καταφέρουμε μια βοήθεια από τον Δήμο Αμυνταίου και την Περιφέρεια. Αλλά, επιμένω, και αν δεν ήθελε ή δεν μπορούσε, μπορούσε να αρνηθεί εξαρχής την πρόσκλησή μας, όχι να επαναλαμβάνει υποσχέσεις και να καθυστερεί την έκδοση του βιβλίου.
ΗΧΩ: Αισθάνεστε ότι «σας δούλεψε» κατά το κοινώς λεγόμενο;
Εσείς αν ήσασταν στη θέση μου και μετά από τόσες άκαρπες προσπάθειες που έκανα για να έρθω σε επαφή μαζί του, πώς θα αισθανόσασταν; Ξέρετε, είναι πολύ δυσάρεστο να αισθάνεται κανείς ότι τον «δουλεύουν». Και το κάνει ακόμη πιο δυσάρεστο το γεγονός, ότι νομίζει αυτός που τον «δουλεύει» πως ο άλλος δεν το αντιλαμβάνεται.
ΗΧΩ: Θα μπορούσα να πω – κάνοντας «το δικηγόρο του διαβόλου»- ότι δεν  οφείλει ο κ. Λιάνης να στηρίζει τη… λόξα του κάθε Φλωρινιώτη ή Αμυνταιώτη που θέλει να εκδώσει ένα βιβλίο, έστω και αν αυτό αφορά το γενέθλιο τόπο του.
Με συγχωρείτε, αλλά αυτό το βιβλίο επαίρομαι να θεωρώ πως είναι κάτι περισσότερο από μια «λόξα», είναι κάτι εξαιρετικά αξιόλογο. Μετά το περιοδικό «Εταιρεία», τα βιβλία του Βαγγέλη Ταμουτσέλη και το βιβλίο που επιμελήθηκε ο αξέχαστος Μίμης Σουλιώτης, «Φλώρινα – μια πόλη στη Λογοτεχνία», το βιβλίο μας είναι μια από τις σπουδαιότερες εκδοτικές στιγμές για τη Φλώρινα των τελευταίων χρόνων. Και, για να σας προλάβω, όχι επειδή γράφω και το επιμελούμαι εγώ, στο βιβλίο φιλοξενούνται κείμενα πολύ σημαντικών ανθρώπων, όπως του μεγάλου έλληνα Μανώλη Γλέζου, του αείμνηστου Πρύτανη του ΑΠΘ Ιωάννη Αντωνόπουλου, του βραβευμένου ποιητή Θοδωρή Ρακόπουλου, του καθηγητή του ΑΠΘ Χρήστου Γκοτζαμανίδη, του εμβληματικού διηγηματογράφου της Θεσσαλονίκης Περικλή Σφυρίδη, αποσπάσματα από το δυσεύρετο βιβλίο του μακαρίτη Θεμιστοκλή Γ. Λιάνη για το παλιό Αμύνταιο, ποιήματα του Μίμη Σουλιώτη και άλλων σπουδαίων ελλήνων ποιητών, καθώς και ένα σπάνιο ντοκουμέντο: Ένα παραμύθι που έγραψε ο θρυλικός πρώτος γραμματέας του ΕΑΜ, ο Αμυνταιώτης Θανάσης Χατζής, το οποίο έγραψε και έστειλε από την Τασκένδη στο μονάκριβο γιό του στην Ελλάδα. Κοντά σε τέτοια κείμενα θα έβαζε το δικό του ο τέως Υπουργός. Και είναι δυο φορές κρίμα που δεν το έκανε, επειδή, οφείλω να ομολογήσω ότι ο ίδιος γράφει εξαιρετικά.
ΗΧΩ: Θέλω να πιστεύω ότι ο κ. Λιάνης, θα έχει – πρέπει να έχει- μια πολύ καλή δικαιολογία να αντιπαραθέσει στα δικά σας επιχειρήματα, κ. Κακαβά.
Ξέρω πως ο κ. Λιάνης είναι πολύ καλός στο να κάνει το «άσπρο-μαύρο» και ενδεχομένως να θελήσει να παρουσιάσει μια δική του «εκδοχή». Όμως τη φορά αυτή δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια για «στρεψοδικίες». Αφενός τα γεγονότα δεν δέχονται αμφισβήτηση, αφετέρου γνωρίζουμε τον άνδρα, δυο και πλέον δεκαετίες, οπότε δεν υπάρχει χώρος για «μανιερισμούς», ντεμέκ «αγανακτήσεις» και αβάσιμες δικαιολογίες από τη μεριά του. Δεν περνάνε τέτοια τώρα πια και ιδίως στα δύσκολα χρόνια που ζούμε. Αν ο κύριος Λιάνης θέλει να με διαψεύσει, ας το κάνει με δημιουργικό τρόπο: Του ζητώ, έστω και την τελευταία στιγμή, να μας στείλει το κείμενο που έχει γράψει, καθώς και αντίγραφα από τις επιστολές Σεφέρη. Η διεύθυνση μου είναι στο e-mail του, καθώς και στο γραφείο του στην Αθήνα. Αν παρ’ ελπίδα την έχει χάσει, μπορεί να απευθυνθεί στην εφημερίδα σας. Σε κάθε περίπτωση, το ιατρείο μου είναι στο κέντρο της Φλώρινας.
Και για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που πιθανόν καταλαβαίνει καλύτερα σαν πρώην ποδοσφαιριστής ο Γιώργος Λιάνης: «Έκανες φάουλ κ. Υπουργέ απέναντι σε έναν τίμιο παίκτη».
ΗΧΩ: Για ένα είμαι σίγουρη κ. Κακαβά: Ο κ. Λιάνης θα ενοχληθεί με όσα του καταλογίζετε.
Δε μπορώ να ξέρω. Αλλά και αν ενοχληθεί, του υπενθυμίζω την παλιά εβραϊκή παροιμία: «να φοβάσαι το σιωπηλό νερό, το σιωπηλό σκύλο και το σιωπηλό άνθρωπο». Εγώ πάντως συνεχίζω να πιστεύω πως ο κ. Λιάνης είναι και έξυπνος και ευαίσθητος άνθρωπος, οπότε θα επανορθώσει εγκαίρως.
ΗΧΩ: Το εύχομαι κ. Κακαβά και συμφωνώ μαζί σας: ο κ. Λιάνης και έξυπνος είναι και  γράφει πράγματι καλά και θα ήταν τιμή του να μπουν κείμενά του δίπλα στα κείμενα όλων αυτών των σημαντικών ανθρώπων, τα ονόματα των οποίων αναφέρατε προηγουμένως.
Επιτρέψτε μου μια συμπλήρωση: θα ήταν τιμή και υποχρέωση του να μπουν τα κείμενα του και δίπλα σ’ αυτά συντοπιτών του, αυτών που τον στήριξαν τόσα χρόνια για να είναι βουλευτής. Αλλά και υποχρέωση απέναντι στον πατέρα του, τον Θεμιστοκλή Λιάνη, που ήταν λάτρης του Αμυνταίου. Η θέση του στο βιβλίο παραμένει κενή. Είπαμε, περιμένω να επανορθώσει.
ΗΧΩ: Θέλω να σας ευχαριστώ για την συνέντευξη-εξομολόγηση που μας παραχωρήσατε.
Και εγώ σας ευχαριστώ. Θα χαρώ πολύ να σας δω και στην παρουσίαση του βιβλίου.
ΗΧΩ: Θα είμαστε εκεί κ. Κακαβά. Άλλωστε η ΗΧΩ είναι πάντα και παντού παρούσα. Καλή επιτυχία στο βιβλίο σας.


Διαφήμιση - ΗΧΩ Φλώρινας Ramona Pizza - 2