Φοβάμαι τους ανθρώπους… – ΗΧΩλόγιο

Πρόσφατα, αγαπημένοι μου, οι βουλευτές που θέλησαν να νεκραναστήσουν το διαβόητο «Τάμα του Έθνους», ένα από τα πιο καραμπινάτα σκάνδαλα των συνταγματαρχών, μας θύμισαν την περίοδο της χούντας. Αλλά δε μας τη θύμισαν μόνο αυτοί, μας τη θυμίζουν συχνά πυκνά και σπουδαίοι δημοσιολόγοι, που δεν παραλείπουν να δοξολογούν τα οικονομικά των δικτατόρων και να μη βλέπουν καν το «Τάμα» σαν σκάνδαλο.
Μας τη θυμίζουν συνεχώς οι ψήφοι που νομιμοποιούν τους φιλοναζιστές της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι ψηλά στο εικονοστάσι τους,

εκτός από τον Αδόλφο, έχουν και τη χουντική τριάδα. Και μας τη φέρνουν επίσης στο μυαλό όσοι αποφαίνονται πως «ο Έλληνας για να στρώσει θέλει λοχία και μαστίγιο», όποτε πέφτουν σε διαδήλωση ή σε απεργία ή ακόμα και σε ουρά σε κάποια δημόσια υπηρεσία.

Κύλησε ήδη, αγαπημένοι μου, μισός αιώνας από το στρατιωτικό πραξικόπημα. Αυτό που επέβαλε ένα δικτατορικό καθεστώς που άντεξε επτά ολόκληρα χρόνια. Και το πρώτο που πρέπει να αναρωτηθεί κανείς είναι:Ποια πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία συνδέονται με το ρήμα «άντεξε»; Ποιος και τι διευκόλυνε ή επέτρεψε στη χούντα να μακροημερεύσει και να μην σωριαστεί σε συντρίμμια μ’ ένα γέλιο περιφρόνησης, στον τόπο μάλιστα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, όπως είθισται να λέμε.
Ποιός και τι συνέτρεξε ώστε να χρειαστεί, εκτός από το αίμα του Πολυτεχνείου, η εισβολή του Αττίλα και η άλωση της Κύπρου; Ναι, δε λέω, ο διεθνής παράγοντας φέρει μεγάλες
ευθύνες και οι ευθύνες αυτές δεν βαραίνουν αποκλειστικά τους Αμερικανούς και τους Δυτικοευρωπαίους. Για να απονείμουμε τα του καίσαρος το καίσαρι, μερίδιο μεγάλο από την πίτα των ευθυνών αναλογεί και στην τότε Σοβιετική Ένωση, αφού αυτή δεν διέκοψε τις σχέσεις της με το χουντικό καθεστώς.
Και θεωρώ πως το μερίδιο ευθύνης είναι μεγάλο γιατί, εκείνη την περίοδο, πάμπολλοι άνθρωποι που ορκίζονταν στο όνομα της ΕΣΣΔ σάπιζαν στις φυλακές και άφηναν τα κοκκαλάκια τους στα ξερονήσια.
Από την άλλη, ποιες είναι οι ευθύνες του ελληνικού πολιτικού κόσμου αλλά και του εκκλησιαστικού, και του εκπαιδευτικού, και του δικαστικού, και του δημοσιογραφικού, για την εκδήλωση του πραξικοπήματος; Ποιες οι ευθύνες του για την επτάχρονη επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος που εγκαθίδρυσαν οι συνταγματάρχες; Χωρίς αμφιβολία είναι πολλές και προφανείς.
Ναι, να το δεχτώ ότι αρχικά αιφνιδιάστηκε, ολιγώρησε, αδράνησε, αλλά σιγά-σιγά
εκλεκτά μέλη αυτού του κόσμου άρχισαν από κάποια στιγμή κι έπειτα να παίζουν το παιχνίδι της «πολιτικοποίησης», μισοαδιάφοροι για την πλήρη ανελευθερία και για την
τερατώδη καπηλεία των πάντων (της αρχαιότητας, του χριστιανισμού, της παράδοσης) από τους άγλωσσους άρχοντες του κιτς. Λίγοι αντιστάθηκαν με τρόπο κάπως, ας τον
πούμε, υλικότερο και πολιτικά σοβαρότερο από τις εκ του ασφαλούς δηλώσεις «συγκρατημένης αποδοκιμασίας». Μύθος μέγας η ενεργή αντίσταση όλων των
κομμάτων και όλων των ηγετών τους.
Οι «σώφρονες» πολιτικοί ήταν πολύ περισσότεροι από τους αποφασισμένους να ρισκάρουν (ή και να ξαναρισκάρουν) τη ζωή τους, τη βολή τους έστω. Αλλά μύθος μέγας είναι και η παλλαϊκή αντίσταση! Ο Περικλής Κοροβέσης έγραψε προ ημερών στο
πασχαλιάτικο φύλλο της “Εφημερίδας των Συντακτών”:
«Μετά τη μεταπολίτευση έγινε πολύς λόγος για την ηρωική αντίσταση του ελληνικού λαού απέναντι στο φασιστικό καθεστώς της χούντας. Και όλα τα κόμματα διεκδικούσαν τη μερίδα του λέοντος. Αλλά κάποιοι που έζησαν κάθε μέρα και κάθε στιγμή εκείνης της περιόδου και ήταν ενεργοί εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος έχουν διαφορετική εικόνα: μετριούνταν κι έβγαιναν τρεις κι ο κούκος. Τελικά πόσοι άνθρωποι αντιστάθηκαν με την όποια μορφή εναντίον της χούντας; […] Κάναμε έναν πρόχειρο απολογισμό για το περίπου πόσοι ήταν αυτοί που πήραν ενεργό μέρος. Υπολογίσαμε πως το μάξιμουμ ήταν δυόμισι-τρεις χιλιάδες…». «Μαζί με αυτούς που άκουγαν κρυφά τα ξένα ραδιόφωνα στα βραχέα, αυτούς που πιάστηκαν την πρώτη μέρα της δικτατορίας χωρίς να προλάβουν να κάνουν τίποτα, ακόμα και αυτούς που αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, ίσως βγουν αρκετές χιλιάδες. […] Η μεγάλη πλειονότητα αυτού του λαού ανέχτηκε τους συνταγματάρχες».
Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια, αγαπημένοι μου. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, ούτε στους Πέρσες είχαν αντισταθεί όλοι οι Έλληνες! Υπήρχαν πόλεις ολόκληρες που μήδιζαν.Ούτε άρπαξαν όλοι το καριοφίλι για να διώξουν τους Τούρκους. Ούτε και η Αντίσταση κατά των Γερμανών ήταν παλλαϊκή. Για να μην αναφέρω τι έγινε με τους συνεργάτες των γερμανών μετά την απελευθέρωση και ποιοι απετέλεσαν την αστική τάξη της Ελλάδας.
Κάθε μύθος όμως έχει το κόστος του, αγαπημένοι μου. Και δικαιώνει τον φόβο που ομολογούσε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στα δεκάχρονα του Πολυτεχνείου στην «Αυγή»:
«Φοβάμαι/ τους ανθρώπους που εφτά χρόνια/ έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι/ και μια ωραία πρωία -μεσούντος κάποιου Ιουλίου/ βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας/  “Δώστε τη χούντα στο λαό”./ Φοβάμαι τους ανθρώπους/ που με καταλερωμένη τη φωλιά/ πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου./ Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ’κλειναν την πόρτα/ μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια/ και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο/ να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν./ Φοβάμαι τους ανθρώπους/ που γέμιζαν τις ταβέρνες/ και τα ’σπαζαν στα μπουζούκια/ κάθε βράδυ/ και τώρα τα ξανασπάζουν/ όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη/ και έχουν και “απόψεις”./ Φοβάμαι τους ανθρώπους/ που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν/ και τώρα σε λοιδορούν/ γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο./ Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους./ Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο…».
Με αγάπη, Ευα

Διαφήμιση - ΗΧΩ Φλώρινας Ramona Pizza - 2